Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Η Ρένα Βλαχοπούλου τραγουδά Σπύρο Περιστέρη

Τον προηγούμενο μήνα, και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου, συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από τον θάνατο του Σπύρου Περιστέρη. Ο Σπύρος Περιστέρης έγραψε τις δικές του χρυσές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού ως ένας από τους σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου αλλά και ως σημαντικός παράγοντας της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, αλλά γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900, ενώ κάποιες περιόδους της ζωής του, λόγω των αλλαγών στην επαγγελματική ζωή του πατέρα του, έζησε και στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε το 1922, μετά την καταστροφή της Σμύρνης.
Σπύρος Περιστέρης
(Φωτογραφία από το εξώφυλλο του CD
Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας 31-Συνθέτες του Ρεμπέτικου Σπύρος Περιστέρης ΙΙΙ
Διαβάζω σε ένα αφιέρωμα του Παναγιώτη Κουνάδη που αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ρεμπέτικοι Διάλογοι, ότι ο Περιστέρης άρχισε να ηχογραφεί τραγούδια του το 1924. Το 1932 συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαμβακάρη σε τραγούδια που κυκλοφόρησαν από την Columbia και τη His Master's Voice, ενώ την ίδια χρονιά συνδέθηκε επαγγελματικά με τον στιχουργό Μίνωα Μάτσα που ανέλαβε τη διοίκηση των δισκογραφικών εταιριών Odeon και Parlophone. Από τότε, γράφει ο Κουνάδης, ο Περιστέρης "θα παραμείνει--μέχρι τον θάνατό του--ο μουσικός 'καθοδηγητής' των μουσικών τεκταινομένων και μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση (ή Ογδοντάκη), Κώστα Σκαρβέλη και Δημήτρη Σέμψη, θα 'ορίσουν' τη μοίρα του νεώτερου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αφού από τα χέρια τους θα περάσουν για έγκριση, βελτίωση και ενορχήστρωση, όλα τα τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου".
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.patrasevents.gr
Δεν γνωρίζω πολλά για τη ζωή και το έργο του συνθέτη (ούτε και για το ρεμπέτικο, άλλωστε), γι' αυτό και θα σας παραπέμψω στο κατατοπιστικότατο κείμενο του Κουνάδη. Σκέφτηκα όμως, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Περιστέρη, να γράψω τα λίγα που γνωρίζω για τη συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η μούσα του blog τραγούδησε δυο ελάχιστα γνωστά τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη σε έναν δίσκο 78 στροφών της Parlophone. Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου του Διονύση Μανιάτη δεν δίνει την ακριβή χρονολογία κυκλοφορίας του δίσκου, αλλά με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας υποθέτουμε πως κυκλοφόρησε στο τέλος του 1951 ή στις αρχές του 1952. 
Ένα από τα πρώτα εξώφυλλα της Ρένας Βλαχοπούλου
 μετά την επιστροφή της από την Αμερική
Στη μία όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το χασάπικο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου".

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
Ήμουν στα ξένα κι έλεγα
"Αχ, πότε να γυρίσω,
στην αγκαλιά σου να βρεθώ
και πάλι να μεθύσω".

Ήρθα κι εσύ με δέχτηκες
σαν να'μουνα μια ξένη,
μια γνωριμία άσημη,
απλή και ξεχασμένη.

Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου
που χτύπαγε για μένα
να τα ξεχάσει άπονα
τα τόσα περασμένα;

Χωρίς ντροπή παντού γυρνάς,
γλεντάς και διασκεδάζεις
και κάθε βράδυ κι από μια
τις γκόμενες αλλάζεις.
Ο Γιάννης Τατασόπουλος
Φωτογραφία από την ιστοσελίδα 

giannistatasopouloscd.weebly.com
Στην άλλη όψη του δίσκου η Ρένα Βλαχοπούλου κι ο Γιάννης Τατασόπουλος τραγουδούν το "Θέλω μάγκικη παρέα".

Θέλω μάγκικη παρέα
Απόψε, βρε αγόρι μου,
έχω καινούρια γούστα.
Αντί για κούρσες και μοτό
θέλω ψαρί και σούστα.

Θέλω μάγκικη παρέα
να χορεύουμε ωραία.
Μπουζουκάκι, τσιφτετέλι,
με διπλόχορδο το τέλι.

Βαρέθηκα τα Φάληρα,
Γλυφάδα και Εκάλη.
Κι αν πεις ταβέρνα κοσμική
να μην ακούσω άλλη.

Θέλω απόψε ταβερνάκι,
μπαγλαμά και μπουζουκάκι.
Ρετσινούλα, κοκορέτσι
και χορό ώσπου να φέξει.

Φέρε απόψε μια μισή
απόψε να μεθύσω.
Κι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο
ας παίξουν για να αρχίσω.

Τουμπεκί ας κάνουν όλοι,
παίξε μάγκα μου, Μανώλη.
Να χορέψω ζεϊμπεκάκι
και στερνά χασαπικάκι.

Η συνεργασία αυτή είναι σημαντική για διάφορους λόγους. Πρώτα από όλα η εποχή στην οποία πραγματοποιήθηκε είναι μια εποχή "στρατοπέδων" για το ελληνικό τραγούδι--όσον αφορά τους δημιουργούς και τη δισκογραφική παραγωγή. Από τη μια πλευρά ο κόσμος του ελαφρού τραγουδιού και από την άλλη ο κόσμος του ρεμπέτικου και λαϊκού. Αν και τρία χρόνια πριν είχε γίνει μια πετυχημένη απόπειρα να γεφυρωθούν οι δυο κόσμοι με το αρχοντορεμπέτικο (το πείραμα ξεκίνησε το 1948 με "Το τραμ το τελευταίο" των Μ. Σουγιούλ-Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), τα όρια ανάμεσα στους δυο χώρους παρέμεναν διακριτά και οι ερμηνεύτριες/τές του ενός είδους δεν... πολυπατούσαν στα εδάφη του άλλου. Υπήρχαν βέβαια κάποιες εξαιρέσεις, εντός και εκτός ελληνικού εδάφους (πχ. η Σοφία Βέμπο ηχογράφησε στην Αμερική τον "Ναύτη" του Γ. Μητσάκη, ενώ η Μαρίκα Νίνου τραγούδησε την "Ταμπακιέρα" των Ι. Ριτσιάρδη-Μ. Τραϊφόρου-Γ. Γιαννακόπουλου, τραγούδι που ως αρχοντορεμπέτικο μάλλον στον χώρο του ελαφρού θα το κατατάσσαμε), αλλά συνήθως τα σύνορα ήταν ξεκάθαρα.

Έτσι, κάθε άλλο παρά αναμενόμενη ήταν η συνεργασία του Σπύρου Περιστέρη με τη Ρένα Βλαχοπούλου, πρωθιέρεια του ελαφρού, δυτικότροπου τραγουδιού, εστεμμένη "Βασίλισσα της Τζαζ" της Ελλάδας πριν από λίγα χρόνια και άρτι αφιχθείσα από μια πενταετή περιοδεία στο εξωτερικό (και μάλιστα με τριετή παραμονή στις ΗΠΑ). Ίσως στην περίπτωσή της τα σύνορα των δύο μουσικών κόσμων ξεπεράστηκαν πιο εύκολα επειδή ο Περιστέρης ήταν βασικό στέλεχος της δισκογραφικής εταιρίας Odeon/Parlophone, στην οποία η Ρένα ανήκε ήδη από την αρχή της καριέρας της το 1940 και στην οποία επανήλθε όταν επέστρεψε από την Αμερική, κι έτσι της έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσει αυτά τα δύο τραγούδια (ίσως κάτι παρόμοιο να ίσχυσε και για τη συνεργασία του συνθέτη με την Άννα και τη Μαρία Καλουτά, οι οποίες ηχογράφησαν το 1950 το τραγούδι του "Έτσι μ' αρέσει η ζωή", σε στίχους Μίνωα Μάτσα). Κάτι που αξίζει να σημειώσουμε για τις περιπτώσεις που κάποιες φωνές του ελαφρού τραγουδούν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τα κομμάτια (και πρέπει να πούμε ότι η Ρένα πείθει απόλυτα ως λαϊκή τραγουδίστρια, ειδικά στο "Πώς μπόρεσε η καρδούλα σου"), είναι το ότι έχουμε τη σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε τις φωνές αυτές να εκφέρουν λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ σε ελαφρά τραγούδια. Έτσι η Ρένα στα τραγούδια αυτά λέει τις λέξεις "γκόμενες", "τουμπεκί", "κοκορέτσι", λόγια που πολύ δύσκολα θα ακούγαμε από τραγουδίστρια του ελαφρού (ίσως σε κωμικά επιθεωρησιακά νούμερα μόνο....)
Η Ρένα Βλαχοπούλου σε εξώφυλλο παρτιτούρας του 1953
Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο στέκομαι στα δύο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη είναι οι "αυτοβιογραφικοί" στίχοι που τραγουδά η Ρένα Βλαχοπούλου. Η αυτοαναφορικότητα χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τους ρόλους αλλά και τα τραγούδια της Ρένας Βλαχοπούλου από τον καιρό που άρχισε να εμφανίζεται ως ηθοποιός (από το 1954 δηλαδή). Ίσως η αμεσότητα ως βασικό στοιχείο του υποκριτικού της κώδικα ενέπνεε (και ενδεχομένως διευκόλυνε ή και βόλευε) τους συγγραφείς να της γράφουν νούμερα και ρόλους που περιείχαν πολλά αυθεντικά στοιχεία της προσωπικότητάς της. Ταυτόχρονα, τα τραγούδια της (τόσο αυτά που προέρχονταν από ταινίες ή θεατρικά έργα όσο και τα αυτόνομα δισκογραφημένα τραγούδια) περιείχαν στοιχεία που θύμιζαν τον τρόπο που σκέφτεται και ζει (και μου έρχονται στο μυαλό κυρίως τα τραγούδια που αφορούσαν την ασημαντότητα της βιολογικής ηλικίας ή το ότι "ποτέ δεν είναι αργά" για ν' αγαπήσεις και ν' αγαπηθείς...).
Η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει από την Αμερική τον Αύγουστο του 1951.
Φωτογραφία από το βιβλίο του Μ. Δελαπόρτα
Βίβα Ρένα (εκδ. Άγκυρα, 2002)
Ωστόσο το 1951-52 ήταν μάλλον πολύ νωρίς για να εμπνεύσει η Ρένα Βλαχοπούλου αυτοβιογραφικούς στίχους: δεν είχε ακόμα αποκτήσει κάποια υποκριτική περσόνα και δεν ξέρω πόσο γνωστά ήταν τα στοιχεία του χαρακτήρα της ή οι προτιμήσεις της στη μουσική: γιατί αν και ήταν βασική εκπρόσωπος του ξενόφερτου ελαφρού τραγουδιού στην Ελλάδα, η ίδια λάτρευε το λαϊκό τραγούδι και τους ερμηνευτές του. Δεν ξέρω επίσης πότε ακριβώς διαμορφώθηκαν αυτές οι προτιμήσεις της--πριν την Κατοχή; Μετά; Μετά την περιοδεία της στο εξωτερικό; Πάντως ξέρουμε πως ήδη στη δεκαετία του '50 αγαπούσε πολύ τις αντρικές λαϊκές φορές και της άρεσε να τις απολαμβάνει στα νυχτερινά κέντρα. Έτσι, όταν τραγουδά "Βαρέθηκα τα Φάληρα, Γλυφάδα και Εκάλη, κι αν πεις ταβέρνα κοσμική, να μην ακούσω άλλη" μπορούμε ασφαλώς να υποθέσουμε ότι τους στίχους αυτούς τους νιώθει (και επιπλέον διακρίνω και μια κωμική/αυτοσαρκαστική διάθεση--στις κοσμικές ταβέρνες τραγουδούσε η ίδια!--που ως τρόπος έκφρασης τότε θα κρυβόταν μάλλον σε... λανθάνουσα μορφή μέσα της...). Ενώ, όταν την ακούω στην αρχή του "Πώς μπόρεσε η καρδούλα μου" να τραγουδά "Ήμουν στα ξένα κι έλεγα 'αχ πότε να γυρίσω'", δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι έχει επιστρέψει από την Αμερική λίγους μήνες πριν, τον Αύγουστο του 1951. Φυσικά ξέρουμε ότι είχε νοσταλγήσει την Ελλάδα (αυτό το τραγούδησε και σε ελαφρό τραγούδι στη σκηνή του θεάτρου Σαμαρτζή εκείνο το καλοκαίρι!) κι ότι επιπλέον είχε κουραστεί από τους εντατικούς ρυθμούς της Αμερικής. Δεν γνωρίζω βέβαια αν όντως ισχύουν οι υπόλοιποι στίχοι του τραγουδιού αν και νομίζω, κρίνοντας από τα λίγα που η ίδια θέλησε να δημοσιοποιήσει για την προσωπική της ζωή εκείνης της περιόδου, δεν τη δέσμευε πλέον καμιά προσωπική της ιστορία από το παρελθόν...


Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιώργος Μουζάκης το 1952.
Φωτογραφία από το λεύκωμα
Βασικά Θεατής (εκδ. Topos, 2008)
Μετά την κυκλοφορία του δίσκου με τα δυο τραγούδια του Σπύρου Περιστέρη, η Ρένα Βλαχοπούλου δισκογράφησε λίγα τραγούδια λαϊκού χρώματος στην--έτσι κι αλλιώς σχετικά περιορισμένη--δισκογραφία της. Γιατί, παρόλο που ήδη το καλοκαίρι του 1952 τραγουδούσε μαζί με την Καίτη Μπελίντα και τη Μάγια Μελάγια στη σκηνή του Ακροπόλ το αρχοντορεμπέτικο του Γ. Μουζάκη "Της γυναίκας η καρδιά", το πρώτο επίσημο αρχοντορεμπέτικό της ήρθε μόλις το 1954, πρώτα στη σκηνή του θεάτρου Βέμπο και μετά στη δισκογραφία (σε ντουέτο με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Πάνο Σάμη αντίστοιχα): το "Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια" που ήταν το διαβατήριό της για τη... χώρα της υποκριτικής έγινε μεγάλη επιτυχία (ενώ σαφώς μικρότερη ήταν, λίγο μετά, το "Άνοιξε γιατρέ την πόρτα" ή άλλα λαϊκότροπα τραγούδια που είπε στα χρόνια του '50 στη σκηνή αλλά όχι σε δίσκους). Τελικά χρειάστηκε να περάσουν περισσότερο από δέκα χρόνια για να συνοδέψει και πάλι μπουζούκι τη φωνή της στη δισκογραφία: αυτό συνέβη μόλις το 1962-63, όταν άρχισε να τραγουδά τα ελαφρολαϊκά τραγούδια του Μίμη Πλέσσα στις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη με πρώτο--και δημοφιλέστερο--το "Έχω στενάχωρη καρδιά".

Συνηθίζω να κλείνω τις αναρτήσεις μου με τη φράση "πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν" η Ρένα είχε κάνει πιο πολλά από αυτό ή πιο πολλά από εκείνο. Όσο κι αν μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο, πιστεύω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή διαπίστωση που ισχύει για ανθρώπους με τεράστιο και πολύπλευρο ταλέντο οι οποίοι άφησαν ντοκουμέντα αριθμητικώς δυσανάλογα και με τις δυνατότητές τους και με την πολύχρονη πορεία τους. Έτσι, ναι, θα το ξαναπώ: πόσο τυχεροί/ές θα ήμασταν αν η Ρένα Βλαχοπούλου είχε ερμηνεύσει περισσότερα τραγούδια λαϊκών δημιουργών στη δεκαετία του '50 σαν κι αυτά τα δυο κομμάτια του Σπύρου Περιστέρη που ευτυχώς διασώθηκαν και μας υπενθυμίζουν ότι εκτός από Βασίλισσα της Τζαζ η Ρένα Βλαχοπούλου μπορούσε να είναι και μια πολύ καλή λαϊκή τραγουδίστρια!

(Για τη λαϊκή τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου είχα γράψει το 2009 ένα άρθρο στο περιοδικό Όασις του Κ. Μπαλαχούτη. Τώρα που το περιοδικό έχει κλείσει και η ιστοσελίδα του δεν υπάρχει πια, και μέχρι να δημοσιεύσω μια πληρέστερη εκδοχή του που θα περιλαμβάνει και νέα δεδομένα που έχω στο μεταξύ ανακαλύψει, μπορείτε να δείτε εκείνο το κείμενο στην αναδημοσίευση του στην ιστοσελίδα Messolonghi Press!

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

"Κάτι για ποδήλατα" της Δανάης Στρατηγοπούλου

Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου, της σημαντικότατης ερμηνεύτριας του ελαφρού τραγουδιού αλλά και ξεχωριστής μεταφράστριας και ποιήτριας. Της "γιαγιάς" Δανάης που σχεδόν μέχρι την τελευταία της μέρα χάριζε απλόχερα στους ανθρώπους γύρω της την αγάπη της, τη σοφία της και την αισιοδοξία της. Αντί για κάποιο δικό μου αφιέρωμα, προτίμησα φέτος να την αφήσω να "μιλήσει" εκείνη, μέσα από το ωραιότερο ίσως πεζό της κείμενο: ένα κείμενο αληθινό και πικρό, γραμμένο για τον άντρα της, τον πρόωρα χαμένο δημοσιογράφο Γιώργο Χαλκιαδάκη--αλλά και τη μοναδική τέχνη της. Αν θέλετε, διαβάστε το, ακούγοντάς τη να τραγουδά το "Έλα για απόψε"... 
Κάτι για ποδήλατα
από το βιβλίο της Δανάης Στρατηγοπούλου Κείμενα σε μικρές και μεγάλες αράδες (εκδόσεις Gutenberg, 1984)

Ήταν το 1950: Εκείνη τη νύχτα φορούσα μια μαύρη τουαλέττα. Μακρυά. Κρατώντας την κιθάρα μου βγήκα στη σκηνή. Η κιθάρα μου είναι μπαστούνι. Ποτέ δεν αφήνω τους άλλους να μου τη φέρνουν όταν έχω βγει στη σκηνή, γιατί τότε μου είναι σχεδόν άχρηστη πια. Το γεγονός ότι θα τραγουδούσα μ' αυτήν είναι άλλου είδους ιστορία. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τις μυστικές συναλλαγές που έχω με την κιθάρα μου, τη "σκιά" μου, ως τη στιγμή που αρχίζω να παίζω τις χορδές της και να τραγουδάω. 

Εκείνη τη νύχτα βγήκα στη σκηνή μαζί της. Την είχα πιο ανάγκη από κάθε άλλη φορά. Ήτανε μια μικρή σκηνή πολύ αλλοιώτικη, την αλλοιώτικη εκείνη νύχτα. Ησυχία βάρβαρη, δύστυχα καθίσματα, άγριοι τοίχοι, ξένο ταβάνι, εχθρός πολυέλαιος, μισοσκόταδο πολυτελείας. Όλοι οι ένορκοι και οι ιεροεξεταστές, πρώην τρυφεροί οπαδοί μου (γιατί τους ένιωθα "πρώην";)--με κοίταζαν (όπως πάντα;). Κοίταζα κι εγώ... Η αίθουσα, ο κόσμος, οι ωραίες κυρίες, όλα ήταν, ναι, τι ήταν; Γιατί ήταν έτσι; Ήτανε κάτι σαν ένα κρεβάτι. Ένα τεράστιο κρεβάτι. Στο κεφαλάρι του ξεχώριζαν δύο πελώρια μάτια, ρεμβαστικά, ταλαιπωρημένα, εξαίσια, αγαπημένα μάτια. Τα κοίταξα και τους είπα: ησυχάστε, όλα θα πάνε καλά. Έτσι είπα στα δυο τα μάτια. Και τ' άλλα, στην αίθουσα, τα μικρά, τα πολλά, άπλωσαν τα χέρια τους, πέταξαν, ώσπου χάθηκαν, ώσπου εγώ μπήκα ολόκληρη μέσα σ' ένα τραγούδι που με σήκωσε, με πήρε κι έφυγε, κι έλεγα, κι έλεγα, ελέγαμε, εγώ με το τραγούδι που τραγουδιότανε μόνο του: απόψε βρέθηκα νωρίς νωρίς στην καμαρούλα μου, μην απορείς, έξω βοριάς χαλάζια κεραυνοί, απόψε θα πάρω δυο χιλιάδες μαζεμένες, θα γίνει η εγχείρισή σου, μόνο βάστα, άντεξε ψυχή μου εσύ, και μόλις τελειώσω θα τρέξω στο Γεωργόπουλο, αφού τον διάλεξες, και πρωί πρωί εγχειρίζεσαι, αφού το θες, αφού είσαι σίγουρος ότι αυτό θα σε σώσει, ναι ψυχή μου... ανέλπιστο το ευλογημένο αυτό συμβόλαιο πάνω στην ώρα την κακή που ο γέρος μας πήρε για το νοίκι τις τρεις τελευταίες μας λίρες... ένα μονάχα, μη μου στεναχωριέσαι για τίποτα στον κόσμο, όλα θα τα καταφέρω, όλα, θα κάνω συμβόλαια ένα σωρό, εμφανίσεις έκτακτες, τώρα που το μωρό ξεπετάχτηκε, θα γίνεις καλά. Μόνο τούτη την κρίση ν' αντέξεις... απόψε... αύριο στο υπόσχομαι, εγχειρίζεσαι, θα σωθείς... θα γελάσουμε όλους τους γιατρούς που σου δίνανε μόνο δυο χρόνια ζωή, πριν να παντρευτούμε... όμως βλέπεις; περάσανε τέσσερα... ΤΕΣΣΕΡΑ... και θα περάσουνε κι άλλα πολλά... και θα τραγουδάω κι εσύ θα ζεις ψυχή μου, και θα βλέπω τα μεγάλα, τα γλυκά χρυσοπράσινα μάτια σου τα καθαρά, και τη φωνή σου... και θα καταφέρω να πας στην εξοχή με νοσοκόμα. Το παιδί θα το βολέψω... θα παρακαλέσω την Κατίνα του Μέρτικα που είναι καλή να το φυλάει όσο θα τραγουδάω ή θα μένει σπίτι της και θα το παίρνω το πρωί... μόνο, βάστα απόψε, μην αφήνεις το κουράγιο σου να σβήσει, αφού έχεις εμένα, μ' ακούς; Μ' ακούς; Το κεφάλι μου είναι σαν κόσμος ξεχωριστός που γυρίζει... γυρίζει σα γεμάτος και σαν αδειανός... και γυρίζουνε ήλιοι κι αστέρια, όνειρα πηχτά και άυλα, γυρίζουνε, γυρίζουνε κι αν δεν γίνει κάτι ξαφνικά, κάτι μεγάλο κι αλλοιώτικο δεν θα τελειώσει τούτη μου η περιπέτεια, μη με κοιτάζεις όμως έτσι... έχεις την υπόσχεσή μου πως όλα θα γίνουνε όπως θέλεις εσύ, εξάλλου με ξέρεις, θα κερδίσουμε, θα νικήσουμε μα να, περιμένω τώρα, τούτη δω τη στιγμή να γίνει κάτι σαν κέρδισμα μάχης, μια νίκη που έρχεται... που φτάνει... να... έλα... δεν μπορώ άλλο... απόκαμα... Αααα!!! Τι είναι αυτό... χειροκρότημα... τρόμαξα... γιατί άραγε χειροκροτούν οι τρελοί αυτοί... τι έκανα... τι φωνάζουνε... και τα γκαρσόνια τα μαυροντυμένα και ο γαντοφορεμένος πρίγκηπας μαιτρ του "Ermitage" κι ο Χρήστος ο Κατσίμπας εκεί στο βάθος κι εκείνος χτυπά τα χέρια του γελαστός... Συνέρχομαι... αρχίζω να καταλαβαίνω. Ήμουνα μέσα, ανήκα ολόκληρη σ' εκείνη την υπέροχη στιγμή... την ήξερα καλά... τη γευόμουνα... όλη μου η ζωή ως τότε ήτανε μια αέναη λιγοθυμιά κάτω από χειροκροτήματα κι αγάπη του "κοινού". Του κοινού ΜΟΥ. Μα κείνη τη νύχτα, ήτανε κάτι άλλο. Κι έπρεπε να θυμηθώ καλά. Μια φωνή μου πέταξε: "Ποτέ, Δανάη, δεν το τραγούδησες έτσι το "Έλα γι' απόψε"! Αυτό ήτανε λοιπόν! Ολότελα φευγάτη απ' το χώρο κι απ' το χρόνο, είχα τραγουδήσει ένα ολόκληρο τραγούδι, μεγάλο και δύσκολο, το πιο δύσκολο και πιο οδυνηρό, εδώ πάνω στη σκηνή του Ermitage, ενώ ο Γιώργος... πού ήταν... πώς ήταν ο Γιώργος... συφορά μου... ήταν ολομόναχος με τη μικρή μας Λήδα... και τόσο άρρωστος... με κείνη την υπέροχη μα άρρωστη καρδιά του, γεμάτος αγωνία κι αναμονή... αναμονή για ζωή ή για θάνατο. Κι εγώ; Τι αγώνας ήταν αυτός που έδωσα; Μ' ένα τραγούδι. Και χαμένη μέσα σ' αυτό το τραγούδι η ψυχή μου πάλεψε να νικήσει το θάνατο, για να με κρατήσουνε σε κείνο το υπεροπτικό μαγαζί. Ναι, χρειαζόμουνα τα χρήματα του ακριβού μαγαζιού. Και τραγούδησα... ώστε τραγούδησα... και... πώς... και με κράτησαν εμένα την "αριστερή"... και με πλήρωσαν όλα εκείνα τα χρήματα, και κάθε βράδι για δεκαπέντε μέρες... Κι ο Γιώργος έκανε την εγχείριση, άλλη μια μάχη, έστω για καθυστέρηση του χαμού... Κι ο Γιώργος έζησε άλλα πέντε χρόνια, τι λέω... πεντέμιση. 

Ποιος όμως κέρδισε, ποιος σκότωσε ξανά το θάνατο, ώρα την ώρα, λεφτό το λεφτό, χρόνο το χρόνο; Πώς μπόρεσα και τραγούδησα με τέτοιο πάθος αυτά τα πεντέμιση χρόνια, τι ασθμαίνουσα κι αφρισμένη κι εφιαλτική κούρσα ήταν τούτη; Καμιά ξένη δύναμη δε με βοήθησε. Μια ήταν η δύναμη. Εγώ. Η δύναμή μου, κι ας τραγούδησα όντας απούσα από κει πάνω. Τραγούδησα βέβαια μηχανικά. Μηχανικά; Τι πάει να πει αυτό; Εγώ ήμουνα το "μηχανικά". Το τραγούδι βρήκε από μια γωνιά τού μέσα μου όπου ήταν χαραγμένο και κρυμμένο από άλλες φορές τραγουδισμένο, μα είχε πάνω του το λαχάνιασμα, την ορμή μιας καταιγίδας. Δικιά μου κι η καταιγίδα, και η κατάνυξη που άπλωσε στην πλατεία. Τραγούδαγα και πολέμαγα έναν επερχόμενο αφανισμό. Η ψυχή μου με τις νότες του Χαιρόπουλου πυροβολούσε τον εχθρό που παραφύλαγε τα δυο αγαπημένα μάτια κι η φωνή μου σαν ποτάμι, έπνιξε το Χάρο στ' αλώνι. Και τώρα το ξέρω: τ' αληθινά χτυπήματα δε γίνονται με μηχανές. Ούτε οι νίκες. Άνθρωπος με άνθρωπο μόνο. Ψυχή με ψυχή. Η ψυχή του ποιητή, του τραγουδιστή, του τραμβαγιέρη, του σοφού, του φοιτητή, του ανθρώπου. 

Όλα τούτα μου ξανάρθανε στη θύμηση, μια μέρα, στο Σαντιάγο της γλυκειάς μου Χιλής, που είχα καταφύγει με την Κακή Επταετία, όταν διάβασα στο "Σίγλο", το "Ριζοσπάστη" της Χιλής, πως ένας νεαρός ποδηλάτης δήλωσε ότι θα βάλει τα δυνατά του να ανέβει πρώτος με το ποδήλατο στην κορφή του "Σέρο Σαν Κριστόβαλ" γιατί χρειαζόταν τα χρήματα του έπαθλου για να εγχειρίσει την άρρωστη μητέρα του.
(1972)

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, ο σύζυγός της Γιώργος Χαλκιαδάκης
και η κόρη τους Λήδα Χαλκιαδάκη 
Δανάη Στρατηγοπούλου και Γιώργος Χαλκιαδάκης

Δανάη Στρατηγοπούλου και Λήδα Χαλκιαδάκη


Η Δανάη με τη "σκιά" της, την κιθάρα της


Ευχαριστώ από καρδιάς τη Λήδα Χαλκιαδάκη για την παραχώρηση των φωτογραφιών. Διαβάστε ένα εκτενές αφιέρωμα στην αξέχαστη Δανάη εδώ και μια συζήτηση με τη Λήδα εδώ.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Δώδεκα χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Σαν σήμερα πριν από δώδεκα χρόνια, πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Στις 29 Ιουλίου 2014, στις επτά το απόγευμα έκλεισε και τυπικά πίσω της την αυλαία, αφού ουσιαστικά την είχε κλείσει λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν σταμάτησε τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες. Όπως κάθε χρόνο, θέλησα και φέτος να τιμήσω τη δωδέκατη επέτειο του θανάτου της Μούσας μου. Στο μυαλό μου έρχονται και πάλι τα γλυκόπικρα συναισθήματα εκείνης της ζεστής καλοκαρινής μέρας. Φέτος όμως που έχω την τύχη να βρίσκομαι στην Αμερική, σκέφτηκα ότι είναι μια καλή αφορμή να μιλήσω λιγο για την παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου στις ΗΠΑ στο τέλος της δεκαετίας του '40. Επέλεξα λοιπόν να κάνω δώδεκα μικρές στάσεις στην περίπου τριετή διαμονή της Ρένας σε αυτή τη μαγική χώρα μέσα από φωτογραφίες ή αποκόμματα της περιόδου αυτής...

Η Ρένα Βλαχοπούλου βρέθηκε στην Αμερική μαζί με τον Γιάννη Σπάρτακο στο τέλος του 1948. Ήδη από το 1946 οι δυο τους περιόδευαν στην Κωνσταντινούπολη και τη Μέση Ανατολή, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία και γοητεύοντας τόσο τα μέλη των ελληνικών παροικιών αλλά και το κοινό των χωρών που επισκέπτονταν. Η Αμερική έμοιαζε να είναι η φυσική κατάληξη της περιοδείας τους, αφού οι δυο τους στα χρόνια της Κατοχής γνώρισαν τεράστια επιτυχία παρουσιάζοντας το είδος της τζαζ στο αθηναϊκό κοινό: με εφόδια τη μεγάλη τους αγάπη για το είδος, το ταλέντο τους αλλά και την πείρα που απέκτησαν για περισσότερο από δύο χρόνια στη Μέση Ανατολή, έφτασαν κάποια στιγμή στη Νέα Υόρκη. Δυστυχώς δεν έχω εντοπίσει ακόμα την ακριβή ημερομηνία της άφιξής τους, αλλά μέσα από μια συνέντευξη της Ρένας στα χρόνια του '50 πληροφορήθηκα ότι για να μπορέσουν οι δυο καλλιτέχνες να εργαστούν στις ΗΠΑ, χρειάστηκε να παντρευτούν αμερικανούς πολίτες. Σύζυγος της Ρένας σε αυτόν τον λευκό γάμο ήταν ο κομμωτής της (ενώ ο Σπάρτακος φαίνεται πως παντρεύτηκε την αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Anita Velez-Mitchell με την οποία όμως ήταν ερωτευμένος...). Την καλλιτεχνική μοίρα των δύο Ελλήνων καλλιτεχνών ανέλαβε να ορίσει ο Lew Leslie. Παραγωγός αλλά και συγγραφέας επιθεωρήσεων του Broadway κυρίως στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αν και δεν ανήκε στους ανθρώπους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του αμερικανικού μουσικού θεάτρου, συνέβαλε ως έναν βαθμό στη διαμόρφωσή του παρουσιάζοντας της επιτυχημένες ετήσιες επιθεωρήσεις Blackbirds και δουλεύοντας με μεγάλα ονόματα όπως η Florence Mills και η Ethel Waters. Τελευταία του ανακάλυψη στην επιθεώρηση Blackbirds of 1939 ήταν η περίφημη Lena Horne... Όταν ανέλαβε ως ατζέντης να καθοδηγήσει τα βήματα της Ρένας Βλαχοπούλου και του Γιάννη Σπάρτακου το 1948, ο Leslie ήταν εξήντα δύο χρόνων. Για το ντεμπούτο του καλλιτεχνικού ζεύγους ο Leslie φρόντισε να εξασφαλίσει το Times Hall, ένα κομψό θεατράκι 600 θέσεων (που λειτουργούσε συχνότερα ως συνεδριακός χώρος στη δεκαετία του '40) στη 44η Οδό (σήμερα έχει πλέον μετονομαστεί σε Helen Hayes Theater προς τιμήν της μεγάλης πρωταγωνίστριας του αμερικανικού θεάτρου). Έτσι ο πρώτος μας σταθμός σήμερα είναι το δημοσίευμα των New York Times, της 29ης Δεκεμβρίου 1948 που ενημέρωνει το κοινό για την εμφάνιση του καλλιτεχνικού ζεύγους Rena and Spartacus στο Times Hall, στις 15 Ιανουαρίου του 1949.

Από τη βραδιά εκείνη έχει ευτυχώς διασωθεί το μονόφυλλο πρόγραμμα. Αυτός είναι ο δεύτερος από τους δώδεκα σταθμούς στο σημερινό μου αφιέρωα. Στην μπροστινή του όψη βλέπουμε τους δυο καλλιτέχνες. Η Ρένα έχει ακόμα μακριά μαλλιά και το τρυφερό ενσταντανέ της με τον Σπάρτακο είναι ένας από τους λόγους που φούντωναν στην Αθήνα οι φήμες για την ερωτική σχέση των δύο καλλιτεχνών (κάτι που οι ίδιοι διέψευσαν πολλές φορές όσο ζούσαν). Στην πίσω όμως όψη έχουμε την τύχη να διαβάζουμε το ρεπερτόριο της βραδιάς: τραγούδια του Σπάρτακου (που προφανώς η Ρένα τραγουδούσε στα ελληνικά), αλλά και αμερικανικά (πχ. του Irvin Berlin), γαλλικά, ισπανικά και το απαραίτητο ιταλικό "Piove" (ή "Βρέχει", το μεγαλύτερο κατοχικό σουξέ τους). Στο πρόγραμμα της βραδιάς υπάρχει ακόμα το spiritual "A motherless child"...

Ως τρίτο σταθμό στο σημερινό μου ταξίδι διάλεξα το κειμενάκι που δημοσίευσαν οι New York Times την επόμενη μέρα. Ο συντάκτης θεωρεί πως το πρόγραμμα του ζευγαριού Rena and Spartacus ανήκει στο είδος του night club, μας ενημερώνει πως ο Σπάρτακος εκτός από πιανίστας είναι και συνθέτης δημοφιλών τραγουδιών, ενώ η παρτενέρ του, της οποίας το πλήρες όνομα αναφέρει λανθασμένα ως... Rena Veahopoulous(!!!), εξηγούσε στο κοινό τα τραγούδια πριν τα ερμηνεύσει ("Ό,τι ήθελα έλεγα και μ' αρέσει που τους εξηγούσα και τι τραγούδαγα..." ομολογούσε περίπου μισόν αιώνα αργότερα στον Νίκο Χατζηνικολάου η Ρένα Βλαχοπούλου....). Στο πρόγραμμα συμμετείχε επίσης το συγκρότημα Hall Johnson Sextette.


Το έτσι κι αλλιώς δύσκολο επώνυμο της Ρένας δεν ήταν μάλλον το εμπόδιο που δεν της επέτρεψε να κάνει καριέρα στο Broadway. Ο Leslie υποσχέθηκε σε κείνη και τον Σπάρτακο ότι θα είναι επικεφαλής της νέας του επιθεώρησης, αλλά μέχρι την πρεμιέρα δεν θα τους επέτρεπε να εμφανιστούν πουθενά. Η πικρή αλήθεια όμως ήταν ότι ο 62χρονος πλέον ατζέντης δεν είχε παρουσιάσει δική του παραγωγή επί μια δεκαετία. Μάλλον οι επιθεωρήσεις του θεωρούνταν ήδη ξεπερασμένες στο μεταπολεμικό Broadway, στο οποίο άλλωστε κυριαρχούσε πλέον το μιούζικαλ με τη μορφή που όρισαν οι Rodgers και Hammerstein με το Oklahoma ήδη από το 1943. Έτσι δεν του ήταν πια εύκολο να βρει χρηματοδότες. Δεν τολμούσε όμως να ομολογήσει την αλήθεια στους δυο καλλιτέχνες, γιατί είχε ερωτευτεί τη Ρένα και φοβόταν ότι θα τη χάσει. Η Ρένα βέβαια δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που θα έκανε οποιαδήποτε τέτοια παραχώρηση σε έναν άντρα μεγαλύτερό της για χάρη της καριέρας της. Υπάκουσε πάντως, όπως κι ο Σπάρτακος, στις οδηγίες του Leslie και δεν εμφανίστηκε πουθενά. Μένοντας όμως στα πανάκριβα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης, άρχισαν να ξοδεύουν τις οικονομίες δυόμιση χρόνων και όσο η προοπτική της πρεμιέρας εξακολουθούσε να είναι αβέβαιη, ανησυχούσαν όλο και περισσότερο. Οπότε κάποια στιγμή ο Σπάρτακος απαίτησε με θεαματικό τρόπο ("Leslie, I'm gonna kill you!", "Γιάννη, ασ'τον, θα μας κλείσουν στη φυλακή!"....) από τον Leslie να τους αποδεσμεύσει από το συμβόλαιό τους. Εκείνος δεν μπορούσε πλέον να κάνει διαφορετικά και έτσι Βλαχοπούλου και Σπάρτακος αναζητούν την τύχη τους σε άλλον ατζένη που έχει λιγότερο φιλόδοξα σχέδια αλλά τους υπόσχεται ένα ικανοποιητικό και συνεχώς αυξανόμενο εισόδημα: περιοδεία σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής και εμφανίσεις σε cocktail lounge και μπαρ ξενοδοχείων. Σε έναν σταθμό αυτής της περιοδείας μεταφερόμαστε στην τέταρτη στάση της σημερινής μας διαδρομής: Η εφημερίδα Toledo Blade παρουσιάζει στο φύλλο της 30ής Νοεμβρίου 1949 μια φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου και μας ενημερώνει πως το ντουέτο εμφανίζεται ήδη για 3η εβδομάδα στο Toledo του Οχάιο και έχει αποκτήσει πολλούς θαυμαστές. 


Ίσως οι θαυμαστές έρχονταν για να θαυμάσουν και τα όμορφα πόδια της Ρένας, καθώς αυτά καθρεφτίζονταν στους καθρέφτες που υπήρχαν στο πάτωμα και την οροφή του μπαρ (η Ρένα διηγούνταν συχνά αυτή την ιστορία με το αυτο-υπομονευτικό της στυλ), αλλά σίγουρα η φωνή της και το πιάνο του Σπάρτακου δεν περνούσαν απαρατήρητα. Και φυσικά και η ομορφιά της. Μέσα στον πρώτο χρόνο της παραμονής της στην Αμερική η εμφάνισή της έχει αλλάξει σημαντικά: έχει κόψει τα μαλλιά της και έχει ποζάρει για μια σειρά φωτογραφιών (κυρίως στον φωτογράφο Bruno of Hollywood) που είναι σίγουρα οι ωραιότερες αυτής της περιόδου αλλά και από τις ωραιότερες φωτογραφίες που έχει βγάλει στην καριέρα της. Η πέμπτη και η έκτη στάση μας σήμερα είναι δύο από αυτές τις φωτογραφίες, όπως αναδημοσιεύτηκαν στο εσώφυλλο του πρώτου(!) μεγάλου δίσκου της Ρένας που κυκλοφόρησε το 1985 με δύο τίτλους (Η αρτίστα και Θα σε πάρω να φύγουμε).

Μια από αυτές φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα αγαπημένη φωτογραφία και της ίδια της Ρένας, αφού στη συνέχεια την επέλεξε και ως βάση για δυο πίνακες από δύο διαφορετικούς ζωγράφους, έναν Ρώσο (ο πίνακάς του φαίνεται σε κάποιες από τις ταινίες της, όπως στο Ρένα, να η ευκαιρία) και έναν Έλληνα, τον καλό της φίλο Νίκο Ζαχόπουλο. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στο εξώφυλλο ενός από τους δίσκους της που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό της αλλά και στο οπισθώφυλλο της επίσημης βιογραφίας της.


Οι φωτογραφίες αυτές χρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές στα επόμενα χρόνια, όταν η Ρένα επέστρεψε στην Ελλάδα, για διαφημίσεις, προγράμματα παραστάσεων αλλά και εξώφυλλα περιοδικών. Άλλη μία από αυτές τις ξεχωριστές φωτογραφίες για την έβδομη στάση του σημερινού αφιερώματος:

Ωστόσο, η δική μου αγαπημένη φωτογραφία αυτής της περιόδου, που είναι και η όγδοη στάση του αφιερώματός μου, είναι αυτή που αναδημοσιεύτηκε σχετικά πρόσφατα στον τόμο Της φθαρτής αθανασίας των εκδόσεων Καστανιώτη, ο οποίος περιέχει κείμενα για μεγάλους/ες ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου. Βλέπω σ' αυτήν μια νέα ταλαντούχα γυναίκα στα παρασκήνια, γεμάτη ενέργεια και κέφι, έτοιμη να βγει στη σκηνή και να θριαμβεύσει...

Το καλλιτεχνικό ζευγάρι Rena and Spartacos ή Spartacus συνέχισε τις επιτυχείς εμφανίσεις του σε διάφορες πολιτείες. Μπορεί να μην απέκτησαν μαζί τη διεθνή φήμη που θα τους χάριζε το Broadway, ωστόσο ο Σπάρτακος γεύτηκε τη διεθνή επιτυχία όταν το τραγούδι του "Θα σε πάρω να φύγουμε" διασκευάστηκε από τον Xavier Cugat σε "Greek Bolero" και στη συνέχεια ηχογραφήθηκε και από άλλες ορχήστρες. Ο Σπάρτακος είχε προφανώς τη διάθεση να κυνηγήσει λίγο ακόμα το θέμα αλλά η Ρένα έσπευδε να τον προσγειώσει: "Μη μεγαλοπιάνεσαι, Γιάννη, εδώ ήρθαμε να βγάλουμε λεφτά και να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, έχουμε υποχρεώσεις εκεί!..." Κάποια στιγμή το ζευγάρι επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για εμφανίσεις στο ξενοδοχείο Mayflower που βρισκόταν κοντά στο Central Park (και κατεδαφίστηκε πριν από λίγα χρόνια). Στην ένατη στάση του σημερινού αφιερώματος, ο Σπάρτακος (που έχει πλέον γκριζάρει λίγο) και η Ρένα ποζάρουν χαρούμενοι κάτω από τη μαρκίζα που γράφει τα ονόματά τους, πιθανότατα λίγο πριν την απογευματινή τους παράσταση...

Αν και η Ρένα έλεγε πως δεν κρατούσε συστηματικά αρχείο από τα δημοσιεύματα που την αφορούσαν, διέσωσε πολλά πράγματα από την περίοδο αυτή, ίσως γιατί ήταν ακόμα στην αρχή της καριέρας της ή ίσως γιατί επρόκειτο για τις αναμνήσεις μιας πολύ ιδιαίτερης φάσης των περιπλανήσεών της στο εξωτερικό. Ένα κολλάζ αυτών των δημοσιευμάτων (ελληνικών, αγγλικών αλλά και γαλλικών!) χρησιμοποιήθηκε από τον Μάκη Δελαπόρτα για το εξώφυλλο του τελευταίου της δίσκου με τίτλο Η Ρένα τραγουδάει jazz που κυκλοφόρησε το 1997 από την FM Records.

Είναι βέβαια πραγματικά κρίμα (αλλά και απορίας άξιο) το ότι η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Σπάρτακος δεν ηχογράφησαν κανένα τραγούδι στην Αμερική. Ειδικά η Ρένα φαίνεται πως βρισκόταν στην καλύτερη φάση της τραγουδιστικής της καριέρας. Υπάρχουν μάλιστα φωτογραφικά ντοκουμέντα από μια συμμετοχή της σε ραδιοφωνική εκπομπή ενός αμερικανικού ραδιοφωνικού σταθμού. Άραγε να βρίσκεται κάτι σε κάποιο αμερικανικό ραδιοφωνικό αρχείο;... Προ-τελευταία στάση του σημερινού αφιερώματος μια φωτογραφία της Ρένας Βλαχοπούλου στην Αμερική, τον Μάρτιο του 1950....

Όταν η Ρένα έκρινε πως είχε πλέον συγκεντρώσει τα χρήματα που της χρειάζονταν για να καλύψει τις υποχρεώσεις της, αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δεν της πήγαινε μάλλον ο αμερικανικός τρόπος ζωής, οι έντονοι ρυθμοί, το άχγος της καθημερινότητας και τα πάρε-δώσε με τους ατζέντηδες. Αποφάσισε πως ήθελε να διαχειρίζεται η ίδια τις αποφάσεις για την καριέρα της στο γνώριμο περιβάλλον της πατρίδας της (ο Σπάρτακος αντίθετα συνέχισε τις προσπάθειές του για λίγο καιρό ακόμα, πότε μόνος του και πότε με άλλες παρτενέρ). Έτσι, τον Ιούλιο του 1951 επιβιβάζεται στο πλοίο που θα τη φέρει στον Πειραιά. Σίγουρα δεν υποψιάζεται ότι στην Αθήνα την περιμένει μια νέα μεγάλη καριέρα στον χώρο της υποκριτικής... Είναι όμως χαρούμενη που επιστρέφει στην Αθήνα, στα αδέλφια της και στα μάλλον συγκρατημένα καλλιτεχνικά της όνειρα. Στη δωδέκατη και τελευταία στάση του σημερινού αφιερώματος τη βλέπουμε πάνω στο πλοίο, να τραγουδά κεφάτη, ίσως αυτοσχεδιάζοντας με κάποιους μουσικούς (φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα και των εκδόσεων Άγκυρα, 2002).

Περπατώντας ωστόσο στους δρόμους της Νέας Υόρκης, στο Broadway και την Times Square, προσπαθώ να βρεθώ για λίγο στη θέση της. Μετά από την ταλαιπωρία της Κατοχής, της πείνας, του χαμού των γονιών της και μιας αδελφής της, νομίζω ότι κάποιες στιγμες θα αφέθηκε κι η ίδια στο αμερικανικό όνειρο, στις προοπτικές μιας μεγάλης καριέρας που σίγουρα θα της περιέγραφε με τα πιο φανταχτερά χρώματα ο Lew Leslie, στις πρωτόγνωρες διαστάσεις που αποκτούσε το θέαμα στο Broadway... Δεν ξέω αν θα ήταν καλύτερο για εκείνη να κυνηγήσει περισσότερο αυτές τις προοπτικές. Ξέρω όμως ότι για μας--για μένα--ήταν μεγάλη τύχη το ότι αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, στα γνώριμα καλλιτεχνικά μονοπάτια που της χάρισαν τόσες χαρές και τόση αγάπη από το ελληνικό κοινό. Και για αυτόν τον λόγο, για άλλη μια φορά, κυρία Ρένα Βλαχοπούλου σας ευχαριστώ!

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Ο Σωτήρης Κακίσης για τον Ντίνο Ηλιόπουλο

Ομολογώ πως μέμφομαι τον εαυτό μου. Δεν μου συγχωρώ που δεν προσπάθησα, όταν είχα τον τρόπο και το χώρο στα διάφορα έντυπα, να τον βρω, να του πάρω μια συνέντευξη, όπως πήρα από τον Σταυρίδη, τον Χατζηχρήστο, τη Ρένα Βλαχοπούλου μια φορά κι έναν καιρό, τον Αλέκο Σακελλάριο, και βέβαια από τον πολυαγαπημένο μου Θανάση Βέγγο.

(Για τη Σαπφώ Νοταρά, πάλι μια φορά κι έναν καιρό, προσπάθησα, το ραντεβού μας κλείστηκε με τη βοήθεια του Ματθαίου Μουντέ και του Γιώργου Μανιώτη στο Greek House θυμάμαι για ένα μεσημέρι Παρασκευής, αλλά εκείνη πήγε Πέμπτη εκεί, την παραμονή, και με περίμενε, κι ύστερα θύμωσε, και μου τηλεφώνησε εξοργισμένη, κι έτσι το πράγμα χάλασε. Κρίμα, γιατί αν ήταν σήμερα, μ' όση πείρα έχω πια αποκτήσει, θα τα'χα καταφέρει νομίζω να τη μεταπείσω, να την ξαναβρώ)...

Ο Ηλιόπουλος όμως! Βέβαια πάλι καμιά ανάγκη δεν θα 'χε το μέγιστο ταλέντο του από μια συνομιλία επιπλέον μαζί μου, για μένα όμως θα το 'θελα πολύ, να τον έβλεπα κι από κοντά για λίγο, ακόμα και στην προχωρημένη ηλικία που έπαιζε εδώ κοντά μου, στο θέατρο Ιλίσια. Ποιος ξέρει γιατί δεν το 'κανα, ποια συγκυρία δεν το επέτρεψε να γινόταν από την πλευρά μου και γι' αυτόν ό,τι έπρεπε να 'χει γίνει. Τα λέω όλ' αυτά τώρα που έχω ξαναδιαβάσει την υποδειγματική του αυτοβιογραφία με το προσωπικό του άγγιγμα παντού, με την προσπάθειά του και για χιούμορ επιπλέον του τόσου που επί τόσα χρόνια ο Ντίνος Ηλιόπουλος εντυπωσιακά διαχειρίστηκε και ξόδεψε υπέρ ημών. Όπου, στην αυτοβιογραφία αυτή τα πάντα διάφανα, σαν πίσω από αόρατο κρύσταλλο οι σκηνές της ζωής του, οι αναμνήσεις του οι ποικίλες, οι περιγραφές του οι υπέροχες, τα λόγια του τα συγκινητικά. Όπου καρδιά πάλλουσα ανθρώπου εκλεκτού, την Ελλάδα την πληγωτική και πάντα σχεδόν μητριά μας υπεραγαπούσε, λάτρευε. Όπου οι χαμένες πια μες στους μύθους τους μορφές της Μαρίκας Κοτοπούλη και της κυρίας Κατερίνας ολοζώντανες, δίπλα μας κι αυτές ξαφνικά χωρίς σινεμά, οι πριν από πολλά χρόνια του θεάτρου μας ηγερίες και κορυφαίες, οι βασίλισσες.

(Την κυρία Κατερίνα, τη μοναδική Κατερίνα Ανδρεάδη, εγώ την είδα μικρός στη σκηνή, στη Χαρτοπαίκτρα, με τη Σαπφώ Νοταρά μάλιστα στον ίδιο ρόλο της υπηρέτριας που έπαιξε και με τη Βλαχοπούλου στην ταινία, και παραήτανε καλή η αστική της χυμώδης γελοιογραφία, άλλου είδους τελείως από της Βλαχοπούλου την έντονη ταυτόχρονα και γλυκά διάχυτη λαϊκότητα).

Ο Ηλιόπουλος! Τι θαύμα κι αυτό, να είναι παντού, μα παντού καλός, και σ' έργα ασήμαντα και κακογυρισμένα. Είναι σ' αυτά φωτεινό ακρόπλωρο σε θάλασσες ενάντιές του και σε ανέμους κόντρα και συγκεχυμένους, χαρακτήρας ακριβής, σαν του Αυλωνίτη, σαν του Σταυρίδη, σαν της Βασιλειάδου, σαν του Παπαγιαννόπουλου, πάντα και παντού παραπάνω, πάντοτε το έργο τελικά αυτός, στις δικές του λιγνές πλάτες κόσμος ολόκληρος κρατημένος. Από τον Θανασάκη τον Πολιτευόμενο ως τον Ατσίδα κι από τον Κούνδουρο και τον Σακελλάριο ως τον Δημόπουλο κι όλους μετά, ήρωας ο Ηλιόπουλος και των ελάχιστων ακόμα κινήσεων του σώματός του και των χεριών, χορευτής πέρα κι από τους χορούς του στα φιλμ τους απολαυστικούς, χορευτής ολόψυχος με λάμψη του ολόγυρα τον εαυτό του τον πλήρη, ακόμα πιο πολύ εύστοχο, ακόμα πιο πολύ κάθε φορά προχωρημένο.

Παντού καλός! Σε αριθμό ταινιών αμέτρητο, σε παρουσίες οπουδήποτε τη μία καλύτερη από την άλλη. Και με τον Λόγο, όπως οι πιο επίσημοι κωμικοί, κατακάθαρο, με τις λέξεις του μία-μία της Ποίησης παιδιά, τις φράσεις του, τους τονισμούς του. Του Κλόουν αυτού του πολύ δικού μας φτερά του Ερμή πάνω του, τραγούδια και χωρίς μουσικές καλλίφωνα, γοητευτικά, με τη φωνή του κάθε στιγμή τέλεια.
Ναι. Με τη Δύσης πιο πολύ τα όπλα και την ευγενή διακριτικότητα ο Ηλιόπουλος. Αλλά χαμένης πατρίδας ελληνοπρεπέστατος μαθητής και δάσκαλος, της Αλεξάνδρειας, της Μασσαλίας, ο Ηλιόπουλος Σχολή. Όπως ο Λογοθετίδης πριν από αυτόν, Κωνσταντινούπολης εύθυμης, αλλά κι ουσιαστικής, ουσιαστικότατης, Τέχνης μας προαιώνιας, με το ταλέντο του κι εκείνος νόμιμος, λαμπρός, υπέρλαμπρος κληρονόμος.

Σημείωση του Ρένα Φαν: Σήμερα συμπληρώνονται δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατο του Ντίνου Ηλιόπουλου (4 Ιουνίου 2001) και σκέφτηκα αντί ενός αφιερώματος--που πάντως του το χρωστώ...--να δημοσιεύσω αυτό το τόσο όμορφο κείμενο του ποιητή Σωτήρη Κακίση, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα www.andro.gr τον περασμένο Νοέμβρη και συμπεριλαμβάνεται στο νέο του βιβλίο Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα). Το βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν, περιέχει κείμενα που έγραψε ο Σωτήρης Κακίσης τα τελευταία χρόνια για τους φίλους του. Και αυτά τα κείμενα είναι σπουδαία γιατί, όπως γράφει ο Γιώργος Πανουσόπουλος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Κακίσης "φίλους δεν έχει όποιους κι όποιους. Και τους έχει όλους γύρω του. Εμάς κοντά του κι άλλους μακριά --αν και τους βλέπει κάθε μέρα... Κάποιοι είναι πολύ μακριά. Σ' άλλη πόλη, σ' άλλη χώρα, σ' άλλη ήπειρο, μέχρι και στον Παράδεισο." Έτσι από τις σελίδες του βιβλίου του περνούν ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Βέγγος, ο Τζέρι Λούις, η Δέσπω Διαμαντίδου κι ο Κώστας Πασχάλης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάνος Ελευθερίου, η Έλενα Ναθαναήλ, ο Γούντι Άλλεν, και βέβαια η Μαρία Κάλλας και τόσοι/ες άλλοι/ες...


Το Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα) παρουσιάστηκε χτες το βράδυ στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου "Περιπλανήσεις" στο Μετς, με τον Σωτήρη Κακίση να βρίσκεται περικυκλωμένος από φίλους και φίλες. Η παρουσίαση άνοιξε με τον Φοίβο Δεληβοριά που διάβασε ένα κείμενό του για τον Σωτήρη Κακίση (που αποτελεί και τον επίλογο του βιβλίου), ενώ στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος και μίλησε για τη φιλία του με τον ποιητή. Ο ίδιος ο Σωτήρης Κακίσης διάβασε δυο κείμενά του ("Στον Ιόλα με τον Γαβρά" και "Ο Αμφίβολος Επισκέπτης Αργύρης Μπακιρτζής" και η βραδιά έκλεισε μουσικά με τον Φοίβο Δεληβοριά να τραγουδά ένα τραγούδι που ενώνει τους τρεις τους (Κακίση, Δεληβοριά, Τσεμπερόπουλο): το "Πες μου ποιος είναι ο εχθρός" από την ταινία Ο εχθρός μου του Γιώργου Τσεμπερόπουλου σε μουσική Άκη Δαούτη και στίχους Σωτήρη Κακίση, Γιώργου Τσεμπερόπουλου και Τάκη Συρέλλη.


Οι φωτογραφίες του Ντίνου Ηλιόπουλου με τη Ρένα Βλαχοπούλου προέρχονται από την επίσημη ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ και το αρχείο του Ρένα Φαν. Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση που μου έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσω το κείμενό του.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

"Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία" στο Δεύτερο Πρόγραμμα

Αύριο το απόγευμα, από τις 6 ως τις 8, στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, η εκπομπή του Σιδερή Πρίντεζη Τα τραγούδια της παρέας θα ασχοληθεί με το επιθεωρησιακό θέατρο της επταετίας. Καλεσμένη της εκπομπής θα είναι η Κωνστάντζα Γεωργακάκη, αναπληρώτρια καθηγήτρια θεατρολογίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και συγγραφέας του βιβλίου Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία: Επιθεώρηση και δικτατορία, 1967-1974.

Το βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες από της εκδόσεις Ζήτη και παρουσιάστηκε επίσημα προχτές το βράδυ στην αίθουσα εκδηλώσεων Όστρια, παρουσιάζει μια απολαυστική διαδρομή στις επιθεωρησιακές σκηνές της Αθήνας (και ως ένα βαθμό της Θεσσαλονίκης και της υπόλοιπης Ελλάδας). Δύο πράγματα γίνονται φανερά από το πρώτο κιόλας ξεφύλλισμα του βιβλίου: η ενδελεχής έρευνα που διεξήγαγε η συγγραφέας αλλά και η αγάπη της για το επιθεωρησιακό είδος. Άλλωστε ήταν από τους πρώτους, αν όχι η πρώτη, που δίδαξε μάθημα σχετικό με την ιστορία της επιθεώρησης σε πανεπιστημιακό τμήμα θεατρικών σπουδών, ενώ πολύ πρόσφατα δημοσίευσε το πολύ χρήσιμο βιβλίο 1894-2014: Η εφήμερη γοητεία της επιθεώρησης που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris και διανθίζεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό με εύστοχο σχολιασμό του Γιώργη Χατζηδάκη.


Ο Ρένα Φαν έχει αρκετούς λόγους για να είναι ενθουσιασμένος με το καινούριο βιβλίο της Κωνστάντζας Γεωργακάκη. Πέρα από το γεγονός ότι η συγγραφέας διευκολύνει πολύ όσους/ες θέλουν να μελετήσουν ακόμα περισσότερο το θέατρο της περιόδου παραθέτοντας σημαντικές πηγές (διάσπαρτες μέσα στο πρώτο μέρος του βιβλίου αλλά και πολύτιμη κριτικογραφία για κάθε έργο στην παραστασιογραφία του δεύτερου παραρτήματος), το βιβλίο παρουσιάζει για πρώτη φορά αρκετά επιθεωρησιακά κείμενα της εποχής. Τα νούμερα που είχαν ήδη παρουσιαστεί από την εκπομπή Βραδιά Επιθεώρησης της ΕΤ1 είναι λίγο-πολύ γνωστά στους/στις μελετητές/τήτριες του είδους. Ωστόσο, η Γεωργακάκη φέρνει για πρώτη φορά στο φως ολόκληρα νούμερα που εντόπισε στο αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου, όπου οι θεατρικοί επιχειρηματίες κατέθεταν δακτυλόγραφα τα κείμενα για να ελεγχθούν από τη λογοκρισία. Στα δακτυλόγραφα αυτά υπάρχουν οι διαγραφές που ζήτησε η επιτροπή λογοκρισίας καθώς και υπηρεσιακά σημειώματα στα οποία οι υπεύθυνοι ανέφεραν αν τηρούνταν οι αρχικές διαγραφές και σημείωναν τις προσθήκες που έκαναν οι ηθοποιοί επί σκηνής. Στα κείμενα που αναδημοσιεύονται στο βιβλίο η Γεωργακάκη επισημαίνει τα σημεία που είχαν διαγραφεί, και έτσι η ανάγνωσή τους γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα...
Η Ρένα Βλαχοπούλου στο νούμερο "Η Πυθία τα λέει όλα" από την επιθεώρηση Έρχονται δεν έρχονται που ανέβηκε στο θέατρο Εθνικού Κήπου το 1970.
Φωτογραφία από το βιβλίο Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επιθεώρηση, εκδ. Ζήτη

Ένα λοιπόν από τα κείμενα που ανακάλυψε η συγγραφέας είναι το "Η Πυθία τα λέει όλα", το βασικό νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση Έρχονται... δεν έρχονται... Κώστα Νικολαΐδη και Ηλία Λυμπερόπουλου που ανέβηκε στο Θέατρο Εθνικού Κήπου το καλοκαίρι του 1970. Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ένα νούμερο της Ρένας Βλαχοπούλου δημοσιεύεται ολόκληρο σε βιβλίο για την επιθεώρηση (και λέω "μάλλον" γιατί υπάρχει ένα ακόμα νούμερο που δημοσιεύει ο Λάκης Μιχαηλίδης στο βιβλίο του Έτσι γράφεται η επιθεώρηση αλλά δεν έχω διασταυρώσει τα στοιχεία που δίνει ο συγγραφέας του). Γνώριζα την εισαγωγή του νούμερου από μια παλιά ραδιοφωνική εκπομπή αλλά επιτέλους μου δόθηκε η δυνατότητα να διαβάσω ολόκληρο το κείμενο! Το Έρχονται... δεν έρχονται... ήταν μια από τις επιθεωρήσεις που φαίνεται πως ενόχλησαν τους συνταγματάρχες και παρόλο που δεν διέκοψαν τις παραστάσεις στο κηποθέατρο, δημιούργησαν στη συνέχεια προβλήματα στον θίασο και στον επιχειρηματία Βασίλη Μπουρνέλλη όταν το έργο μεταφέρθηκε στο χειμερινό θέατρο Ακροπόλ απαγορεύοντας τις παραστάσεις του αλλά και τις παραστάσεις του επόμενου έργου με τίτλο Λέγονται... δεν λέγονται... (η Γεωργακάκη παρουσιάζει τα σχετικά γεγονότα στις σελίδες 41-45--κάποια στιγμή θα επανέλθω με περισσότερες λεπτομέρειες).
Γελoιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου για την απαγόρευση της επιθεώρησης Έρχονται δεν έρχονται.
Από το βιβλίο Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επιθεώρηση, εκδ. Ζήτη

Στο παράρτημα των επιθεωρησιακών κειμένων υπάρχουν δυο ακόμα κείμενα που εντόπισε η συγγραφέας και αφορούν την παρουσία της Ρένας Βλαχοπούλου στην επιθεώρηση των Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα Άλλος για κούρεμα που ανέβηκε και πάλι στο Θέατρο Εθνικού Κήπου το καλοκαίρι του 1968): ένα απόσπασμα από το φινάλε με τίτλο "Η δίκη του Περικλέους" (παρατίθεται το τραγούδι που τραγουδούσαν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιώργος Κωνσταντίνου κι άλλοι ηθοποιοί του θιάσου) καθώς και οι στίχοι του τραγουδιού "Η Κυριακή στη γειτονιά" που ερμήνευε η Ρένα σε μουσική του Λυκούργου Μαρκέα.

Η αποθέωση της επιθεώρησης Όλοι θα ζήσουμε-Εφτά χρόνια φαγούρα που ανέβηκε στο Ρεξ τη σεζόν 1973-74. Διακρίνονται Μαρία Ιωαννίδου, Σταύρος Παράβας, Γιώργος Πάντζας, Ρένα Βλαχοπούλου, Βαγγέλης Σειληνός.
Από το βιβλίο Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επιθεώρηση, εκδ. Ζήτη
Πέρα από τα κείμενα, στο πρώτο μέρος του βιβλίου Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία η συγγραφέας παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο της επταετίας στο οποίο κινήθηκε η επιθεώρηση και εξετάζει την πορεία των επιθεωρησιακών παραστάσεων σε σχέση με το υπόλοιπο θέατρο--κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στη σχέση επιθεώρησης και μιούζικαλ. Στη συνέχεια η Γεωργακάκη παρουσιάζει όλες τις παραμέτρους του επιθεωρησιακού θεάτρου, από τους χώρους στους οποίους άνθισε και τα προγράμματα των θεάτρων μέχρι τους τίτλους των έργων και τη θεματολογία των κειμένων. Φυσικά στέκεται στο έργο όλων των συντελεστών των παραστάσεων (συγγραφείς, χορογράφοι, συνθέτες, σκηνογράφοι) αλλά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία των ηθοποιών: σταχυολογώντας τις κριτικές της περιόδου, η συγγραφέας σκιαγραφεί την εικόνα, τους υποκριτικούς κώδικες και τς επιλογές τόσο των καθιερωμένων "μεγάλων" ονομάτων (Καλουτά, Βλαχοπούλου, Ντορ, Σταυρίδης, Βρανά, Μοσχονά...), των νεότερων πρωταγωνιστών/τριών (Κωνσταντίνου, Μουστάκας, Παράβας, Βογιατζής, Χρονοπούλου, Καραγιάννη...) αλλά και των "νέων αφίξεων" (Παπαζήσης, Στασινοπούλου, Ψάλτης...). Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στις επιθεωρήσεις των συνοικιακών θεάτρων (ένα εν πολλοίς άγνωστο τοπίο με τη δική του ξεχωριστή αλλά και αμφιλεγόμενη γοητεία) και φυσικά στη δυναμική είσοδο του Ελεύθερου Θεάτρου στο επιθεωρησιακό προσκήνιο--η σπουδαιότερη από τις διάφορες ανανεωτικές προτάσεις για το είδος που παρουσιάζονται επίσης στο βιβλίο.
Σταύρος Παράβας, Ρένα Βλαχοπούλου, Αρτέμης Μάτσας στην επιθεώρηση  Έρχονται... δεν έρχονται...
Φωτογραφία από το βιβλίο Βίος και πολιτεία μιας γηραιάς κυρίας στην επταετία, εκδ. Ζήτη
Η Κωνστάντζα Γεωργακάκη τονίζει την αμφισβήτηση που δέχτηκε το είδος αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση (τόσο για την παρουσία του στη διάρκεια της δικτατορίας αλλά και στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια) και επισημαίνει ότι μέχρι και σήμερα η επιθεώρηση δέχεται πυρά για μια φιλοκαθεστωτική διάθεση που προφανώς επέδειξε τον πρώτο καιρό. Σε αυτό έχει ίσως συμβάλει, όπως εύστοχα επισημαίνει η συγγραφέας, και η παρουσίαση από την εκπομπή Ριμέικ της Ρένας Θεολογίδου (η εκπομπή είναι εύκολα προσβάσιμη στο διαδίκτυο) κάποιων αποσπασμάτων μιας από τις πρώτες επιθεωρήσεις που ανέβηκαν μετά την 21η Απριλίου του 1967, το Κοντά στα ξημερώματα: κάποιοι από τους στίχους της έναρξης που ακούγονται από την Άννα Μαντζουράνη φαίνεται ότι ενοχοποιούν περισσότερο από όσο πρέπει το επιθεωρησιακό είδος, αφού, όπως συμπεραίνει η Γεωργακάκη στον επίλογο του βιβλίου, η επιθεώρηση μετά την αρχική της αμηχανία κινήθηκε επιθετικά και επινόησε τρόπους για να να θίξει την εξουσία σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολο να φωνάξει κάποιος ότι "ο βασιλιάς είναι γυμνός". Παρά λοιπόν τις συχνές επιθέσεις που γίνονται στο παραδοσιακό ελαφρό μουσικό θέατρο για τη μικροαστική συντηρητική του διάθεση και την απουσία ουσιαστικής σάτιρας στα χρόνια της δικτατορίας, η Κωνστάντζα Γεωργακάκη προτείνει την επανεξέταση της παρουσίας του είδους εφόσον "τα στοιχεία αποκαλύπτουν μαι συνεχή προσπάθεια αναζήτησης ευανάγνωστων τρόπων για το πλασάρισμα αντικαθεστωτικών μηνυμάτων μετά το 1970" (σ. 182). Η συγγραφέας είναι προσεκτική: δεν έχει καμία διάθεση εξιδανίκευσης, αλλά τονίζει ότι "σε μια περίοδο αντιστασιακού πληθωρισμού, παραδόξως, ο ρόλος της γηραιάς κυρίας διαστρεβλώθηκε ή αποσιωπήθηκε". Και για αυτόν τον λόγο προτείνει την αποφυγή της άκριτης δαιμονοποίησης της επιθεώρησης που θα επιτρέψει την ακριβέστερη καταγραφή του θεατρικού τοπίου της επταετίας.

Συντονιστείτε λοιπόν αύριο στις 6μμ στο Δεύτερο Πρόγραμμα γιατί η συζήτηση του Σιδερή Πρίντεζη με την Κωστάντζα Γεωργακάκη προμηνύεται πολύ ενδιαφέρουσα. Πιστεύω ότι ο Σιδερής Πρίντεζης θα αξιοποιήσει ντοκουμέντα από το ανεξάντλητο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και έτσι η εκπομπή θα φωτίσει ακόμα πιο αποτελεσματικά το τοπίο της περιόδου. Σας υπενθυμίζω ότι μετά τη μετάδοσή της η εκπομπή θα είναι διαθέσιμη για 24 ώρες από την ιστοσελίδα του Δεύτερου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Νατάσα Μανίσαλη

Σαν βόμβα έπεσε στον καλλιτεχνικό χώρο η είδηση για τον πρόωρο χαμό--σε ηλικία μόλις 55 χρόνων--της ηθοποιού Νατάσας Μανίσαλη, τουλάχιστον για όσους/ες δεν γνώριζαν την προσωπική της μάχη με τον καρκίνο. Η Νατάσα Μανίσαλη ήταν ένα ταλαντούχο πλάσμα, με έντονη προσωπικότητα, φωνή καμπάνα και ιδιαίτερη ομορφιά (ταλέντο της γενιάς της και θεοκουκλάρα την αποκάλεσε η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της Επιθεώρηση, καψούρα μου το 1985). Στο blog αυτό η Μανίσαλη έχει θέση γιατί συνεργάστηκε "φευγαλέα" με τη Ρένα Βλαχοπούλου αλλά, κυρίως, γιατί είχε σημαντική παρουσία στο μουσικό θέατρο της Ελλάδας, σε μιούζικαλ, μουσικές παραστάσεις και επιθεωρήσεις, και βέβαια στην ιστορική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βίρα τις άγκυρες.
Η Νατάσα Μανίσαλη στο Βίρα τις άγκυρες. (1997-1999)
Φωτογραφεία από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (www.n-t.gr)
Το Βίρα τις άγκυρες των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα ήταν μια παράσταση-αφιέρωμα στον ένα αιώνα της ελληνικής επιθεώρησης (για πολλούς/ές ήταν κάτι σαν μνημόσυνο του δημοφιλούς αυτού θεατρικού είδους, αφού πιστεύουν ότι το είδος έπαψε ουσιαστικά να υπάρχει κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του '90). Σε αυτή την υπέροχη παράσταση, που χρωστά την ύπαρξή της στον Νίκο Κούρκουλο (ήταν τότε διευθυντής του Εθνικού) που εισηγήθηκε το ανέβασμά της και την απογείωσή της στον Σταμάτη Φασουλή που τη σκηνοθέτησε, η Νατάσα Μανίσαλη είχε δύο ρόλους. Στην αρχή του έργου ήταν η Πιπίτσα, ηθοποιός των παλιών μπουλουκιών που έπαιζαν επιθεωρήσεις στην ελληνική επαρχία. Κυρίως όμως ήταν η Σμάρω Μπιζάνη, ρόλος μέσα από τον οποίο η Μανίσαλη παρέπεμπε με συγκλονιστικό τρόπο στην προσωπικότητα της Σοφίας Βέμπο, τόσο επί σκηνής όσο και στα παρασκήνια. Στη σκηνή ήταν η σπουδαία τραγουδίστρια της επιθεώρησης που μεταμορφωνόταν από τραγουδίστρια της ανατολίτικης "Ζεχρά" σε τραγουδίστρια της του "Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά". Στα παρασκήνια ήταν η θυελλώδης γυναίκα που ζήλευε υπερβολικά τον σύζυγό της συγγραφέα Μάκη Αλεβίζο (τον Μίμη Τραϊφόρο, με άλλα λόγια, που υποδυόταν εξαιρετικά ο αξέχαστος Νίκος Γαροφάλλου).
Δημήτρης Τζουμάκης, Νατάσα Μανίσαλη, Μαριάνθη Σοντάκη, Κώστας Ευρυπιώτης
στη δεύτερη σεζόν του
Βίρα τις άγκυρες (1998-99).
Φωτογραφία από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (www.n-t.gr)
Η παρουσία της Μανίσαλη κυριαρχούσε σε όλο το έργο: ξεχώριζε σε ομαδικά νούμερα (στα πολεμικά τραγούδια αλλά και στο τραγούδι της απελευθέρωσης "Νέα ζωή στη χώρα μας αρχίζει" στο πρώτο μέρος και βέβαια στο μαγικό τριπλό φινάλε του έργου στο δεύτερο μέρος). Στο δεύτερο μέρος όμως άφηνε το στίγμα της με δύο κυρίως τραγούδια. Το ένα ήταν το "Βίρα τις άγκυρες" του Γιώργου Μουζάκη που τραγουδούσε επιβλητικά στην έναρξη του δεύτερου μέρους--έτσι θα το έλεγε σίγουρα και η Βέμπο αν το είχε τραγουδήσει. Το άλλο ήταν το "Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα" του Κώστα Γιαννίδη που ερμήνευε μαγικά, με τη Δάφνη Λαμπρόγιαννη στη δεύτερη φωνή, και το κοινό της φώναζε "Μπράβο!" καθώς το κοχύλι του σκηνικού γύριζε σιγά-σιγά για να την πάρει από τη σκηνή και το κανόνι που τη φώτιζε έσβηνε...
Η Νατάσα Μανίσαλη και η Δάφνη Λαμπρόγιαννη στο Βίρα τις άγκυρες. (1997-1999)
Φωτογραφεία από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (www.n-t.gr)



Η Μανίσαλη ξεκίνησε την καριέρα της παίζοντας επιθεώρηση: μαζί με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές της από τη σχολή του Εθνικού ανέβασαν ως "Παιδιά του Εθνικού" τις επιθεωρήσεις Έλα βουλή στον τόπο σου και Υπάρχουν και χειρότερα. Στη συνέχεια είχε την ευκαιρία να λάμψει σε όλα τα είδη του ελαφρού μουσικού θεάτρου που παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα: από επιθεώρηση (Ήμουν ΠΑΣΟΚ και γέρασα με τον Λάκη Λαζόπουλο στο Λαμπέτη, Για ψήφου πήδημα στο Αθήναιον, Μας πήρε το ποτάμι με τον Κώστα Τσιάνο και την Αλίκη Γεωργούλη στο Θεσσαλικό Θέατρο) και οπερέττα (Το κορίτσι της γειτονιάς του Χατζηαποστόλου στο θέατρο Βέμπο) μέχρι την Όπερα της πεντάρας των Μπρεχτ-Βάιλ που παρουσίασε ο Γιώργος Λεμπέσης σε σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν στο θέατρο Αθήναιον και το δεύτερο ανέβασμα του Σικάγο των Fosse-Ebb-Kander που παρουσίασε ο Βαγγέλης Λιβαδάς στο θέατρο Σμαρούλα τα καλοκαίρια του 1998 και του 1999. Εκεί η Μανίσαλη ήταν η Μάμα Μόρτον (ευτύχησε ο ρόλος αυτός στην Ελλάδα αφού τον ερμήνευσαν ξεχωριστές γυναίκες, κατά σειρά οι Χρυσούλα Διαβάτη, Νατάσα Μανίσαλη, Μαρινέλλα και Άννα Παναγιωτοπούλου). Τη θυμάμαι πάντα σε αυτό το υπέροχο ντουέτο της δεύτερης πράξης το "Class" να τραγουδάει, μαζί με τη Μπέσυ Μάλφα τους στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη:  

Πού πήγε εκείνο το "Περάστε", και "Ορίστε" και "Πώς είστε;"
Με τα καθάρματα αυτά τώρα πια μη μιλάς, γιατί είναι όλοι μπας κλας!
Αχ, δεν είναι κύριοι σ' αυτή την εποχή,
είναι ανήθικοι, δεν έχουνε ψυχή
και τα παιδιά ακόμα έγιναν θεριά, είναι κι αυτά μπας κλας!
Νατάσα Μανίσαλη και Μπέσυ Μάλφα στο Σικάγο.
Θέατρο Σμαρούλα, 1998 και 1999.
Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης του Βαγγέλη Λιβαδά.
Έπαιξε και Αριστοφάνη (Εκκλησιάζουσες με τον εταιρικό θίασο του ΣΕΗ), έπαιξε σε αναβιώσεις παλιών ελληνικών έργων που γνωρίσαμε κυρίως από τον κινηματογράφο--Τα κόκκινα φανάρια του Αλέκου Γαλανού που σκηνοθέτησε ο Σταύρος Ξαρχάκος στο Αλάμπρα (είχε γράψει τότε ο Γιάννης Βαρβέρης στην Καθημερινή: "την ψίχα της ψυχούλας και το κλίμα του τσαλαπατημένου θήλεος εξασφάλισ[ε]...με εικαστική προσαρμογή, αντοχή, εναλλαγές και σκληρό λυρισμό η Νατάσα Μανίσαλη)") και Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα του Γιώργου Τζαβέλα που σκηνοθέτησε η Σμαρούλα Γιούλη στο Βέμπο (εκεί ήταν η θρυλική κουμπαρο-Μπεμπέκα...) 
Νατάσα Μανίσαλη, Κοσμάς Ζαχάρωφ και Χρήστος Τάρλοου στο Σικάγο.
Θέατρο Σμαρούλα, 1998 και 1999.
Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης του Βαγγέλη Λιβαδά
.

Στο θέατρο η Νατάσα Μανίσαλη συνεργάστηκε επίσης με το Θέατρο Έρευνας του Δημήτρη Ποταμίτη, τον Νίκο Κούρκουλο και τη Νόρα Βαλσάμη (στο Γεια σου), την Κάτια Δανδουλάκη και τον Γρηγόρη Βαλτινό (Όνειρα, όνειρα), τον Βασίλη Τσιβιλίκα και τη Μαρία Αλιφέρη (Πόσα κεράκια έχει η τούρτα). Περισσότερες πληροφορίες και φωτογραφίες μπορείτε να βρείτε στο αφιέρωμα του Βασίλη Νάτσιου (στην ιστοσελίδα www.cosmopoliti.com). Μπορείτε επίσης, στην ιστοσελίδα του Εθνικού Θεάτρου, να απολαύσετε την ερμηνεία της στο Βίρα τις άγκυρες αλλά και στο μιούζικαλ των Παπαθανασίου-Ρέππα Ποια Ελένη; όπου υποδύεται την Εκάβη και της δίνεται η ευκαιρία να τραγουδήσει όμορφα τραγούδια της Αφροδίτης Μάνου αλλά και να δείξει τις δραματικές πτυχές του ταλέντου της. Δυστυχώς η τηλεσκηνοθεσία στις μαγνητοσκοπήσεις αυτές δεν είναι καλή, αλλά το ταλέντο της Μανίσαλη λάμπει. 
Κατερίνα Παπαδάκη και Νατάσα Μανίσαλη στο Ποια Ελένη;
Φωτογραφία από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου (www.n-t.gr)
Στο ευρύ κοινό η Νατάσα Μανίσαλη έγινε πασίγνωστη χάρη στις τηλεοπτικές σειρές που συμμετείχε, κυρίως τους Μικρομεσαίους του Γιάννη Δαλιανίδη και το Εμείς κι εμείς, οι οποίες (θα) εξακολουθούν να προβάλλονται και (θα) μας θυμίζουν τη μορφή της και το ταπεραμέντο της--αλλά μέρος μόνο του πολύπλευρου ταλέντου της που της δινόταν η ευκαιρία να το ξεδιπλώνει πάνω στη σκηνή, και ιδίως στα μουσικά έργα.
Ρένα Βλαχοπούλου και Νατάσα Μανίσαλη στο Σας έπιασα στα πράσα
  της Festival Film (1986)
Χάρης Ρώμας-Νατάσα Μανίσαλη
στο
Μάμα μία του ΑΝΤ1 (1991)
Και η "φευγαλέα" συνεργασία της με τη Ρένα Βλαχοπούλου; Κανονικά, ανήκει στις στιγμές της Ρένας που δεν θα θέλαμε να θυμόμαστε: στην πρώτη βιντεοταινία της Ρένας, το Σας έπιασα στα πράσα του Τάκη Σιμονετάτου (1986), η Νατάσα Μανίσαλη, που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη δραματική σχολή, υποδύεται μια από τις γειτόνισσες της Ρένας με την οποία έρχεται σε κόντρα σε δύο σκηνές για πολιτικούς κυρίως λόγους. Η Μανίσαλη έκανε μια γκεστ εμφάνιση και στην πρώτη σειρά που γύρισε η Ρένα για τον ΑΝΤ1, τη Μάμα μία, αλλά δεν εμφανίζονται στην ίδια σκηνή (εκεί η Μανίσαλη έχει μια σκηνή με τον Χάρη Ρώμα, που αν δεν κάνω  λάθος ήταν φίλος της και ήταν προφανώς και ο συνδετικός κρίκος για αυτές τις δυο συμμετοχές της, αφού το σενάριο και στις δυο περιπτώσεις γράφτηκε από τον ίδιο).
Η Νατάσα Μανίσαλη ως Μάμα Μόρτον στο Σικάγο.
Θέατρο Σμαρούλα (1998 και 1999).
Φωτογραφία από το πρόγραμμα της παράστασης του Βαγγέλη Λιβαδά.
Θα λυπόμαστε πάντα για τον πρόωρο χαμό της Νατάσας Μανίσαλη. Καλό της ταξίδι...


Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Επτά χρόνια χωρίς τη Δανάη Στρατηγοπούλου

Σήμερα συμπληρώνονται επτά χρόνια από τον θάνατο της Δανάης Στρατηγοπούλου. Στις 18 Ιανουαρίου του 2009, την ημέρα του Αγίου Αθανασίου, της έμελλε να κερδίσει τυπικά την αθανασία--γιατί ουσιαστικά την είχε ήδη κερδίσει μέσα από το πολύπλευρο έργο της: την τραγουδιστική της παρουσία που διήρκεσε σχεδόν μισόν αιώνα, από το 1934 μέχρι το 1981, την παρουσία της στα γράμματα (ποίηση, πεζός λόγος, δημοσιογραφία, κριτικές και κυρίως μεταφράσεις--ξεκίνησε να δημοσιεύει κείμενά της επίσης γύρω στο 1934 και συνέχισε μέχρι λίγους μήνες πριν τον θάνατό της) και βέβαια την ανάμνηση της φυσικής της παρουσίας, της σοφίας της, της κριτικής ματιάς της, των διηγήσεών της για όσους/ες είχαμε την τύχη να απολαμβάνουμε τη συντροφιά της.


Η κληρονομιά της Δανάης στον ελληνικό πολιτισμό είναι οι ηχογραφήσεις της και τα κείμενά της: και από τα δύο αναδύεται επιβλητικό το σκεπτόμενο αίσθημά της (φράση που ανήκει στην κόρη της Λήδα Χαλκιαδάκη): ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ερμήνευε τόσο τον λόγο μεγάλων δημιουργών, τραγουδώντας τον ή μεταφράζοντάς τον, όσο και την πραγματικότητα της Ελλάδας (αλλά και της Γαλλίας και της Χιλής), γράφοντας κι η ίδια ποίηση, πεζά και τραγούδια--και ευτυχώς για μας έζησε σχεδόν έναν αιώνα και είχε μέχρι το τέλος να πει και να ερμηνεύσει πολλά.
Η Δανάη με τον Πάβλο Νερούδα και τη σύζυγό του Ματίλντα στη Χιλή.
Η Δανάη μετέφρασε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του Νερούδα στα ελληνικά.
Φωτογραφία από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη.
Το blog αυτό τιμά πάντα τη μνήμη της Δανάης αυτή τη μέρα. Όχι επειδή συνεργάστηκε με τη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά επειδή ο Ρένα Φαν είχε την τιμή να "ζήσει" από κοντά τη Δανάη τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της. Βέβαια τις δυο καλλιτέχνιδες τις συνέδεε μια αμοιβαία εκτίμηση για τα ταλέντα τους--εκτίμηση που εκδηλώθηκε συγκινητικά από τη Δανάη στο κατευόδιο της Ρένας--αλλά και η εποχή και ο χώρος στον οποίο μεσουράνησαν. Έδρασαν καλλιτεχνικά και οι δύο στον χώρο του ελαφρού τραγουδιού για αρκετές δεκαετίες και μάλιστα κάποιες φορές εμφανίστηκαν στις ίδιες παραστάσεις. Αυτό συνέβη κυρίως στα χρόνια της Κατοχής, όταν ήταν της μόδας οι κυριακάτικες πρωινές "συναυλίες τραγουδιών", μουσικές παραστάσεις δηλαδή που οργάνωναν κυρίως γνωστοί στιχουργοί--πιο συχνά ο Κώστας Κοφινιώτης--και στις οποίες εμφανίζονταν αστέρια του ελαφρού τραγουδιού που ερμήνευαν κυρίως τραγούδια του διοργανωτή αλλά και πρωταγωνίστριες/στές του ελαφρού μουσικού θεάτρου που έπαιζαν επιθεωρησιακά σόλο τους, παλιά και νέα, δίνοντας στο πολυπληθές κοινό ευκαιρίες για φυγή από τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια από αυτές τις συναυλίες προαναγγέλλει η παρακάτω διαφημιστική καταχώριση στην οποία φιγουράρουν δίπλα-δίπλα, με αλφαβητική σειρά, τα ονόματα της Δανάης και της Ρένας. Διοργανώθηκε τα Θεοφάνεια του 1942, στην πιο δύσκολη περίοδο της Κατοχής, και κρίνοντας από τα ονόματα, η αίθουσα του Ρεξ αποτελούσε μια μικρή όαση μέσα στη φρίκη της Αθήνας.

Διαφορετικές ωστόσο ήταν οι πορείες των δυο τραγουδιστριών εκείνα τα χρόνια. Αν και εμφανίστηκαν κάποιες φορές στους ίδιους χώρους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές (πχ. στο κέντρο Chez Nous ή ακόμα και σε κέντρο του Αγρινίου), οι μουσικές επιλογές τους διέφεραν. Η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν η μοντέρνα τραγουδίστρια της Αθήνας που λάνσαρε τζαζ κομμάτια: πολλά από αυτά είχαν ιταλική προέλευση και συνεπώς οι εμφανίσεις της ήταν πόλος έλξης τόσο για Έλληνες/ίδες όσο και για Ιταλούς. Η Δανάη, αντίθετα, θεωρούσε καθήκον της να μην τραγουδά ιταλικά τραγούδια, αλλά να δώσει έμφαση στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι: με αυτό έκλεινε πάντα τις εμφανίσεις της, σε κέντρα, βαριετέ και συναυλίες, αφού τραγούδαγε τις μεγάλες επιτυχίες του μεσοπολέμου που την καθιέρωσαν.


Το δημοτικό τραγούδι ήταν άλλωστε η αφορμή να συλληφθεί από τις αρχές Κατοχής το καλοκαίρι του '43. Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, στο Άλσος, τραγούδησε τη "Σαμιώτισσα" επειδή το προηγούμενο βράδυ είχε ακουστεί από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου η είδηση για την απόβαση των Άγγλων στη Σάμο. Το κοινό την επευφημούσε για δέκα λεπτά και οι "καλοί πατριώτες" φρόντισαν να μιλήσουν για εκείνη στις αρχές που τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στο Εμπειρίκειο. 

Μεσολάβησαν διάφοροι παράγοντες και την απελευθέρωσαν τελικά αλλά, παρά τις καλοπροαίρετες συμβουλές φίλων και γνωστών, "δεν κάθησε στα αβγά της", συνέχισε την αντιστασιακή της δράση μέσα από το ΕΑΜ και όταν ο κλοιός γύρω της άρχισε να σφίγγει επικίνδυνα, αναγκάστηκε να κρυφτεί, να αλλάξει όνομα και να ζήσει στην Καλλιθέα και τη Νέα Σμύρνη. Πριν εξαφανιστεί όμως από το κέντρο της Αθήνας και την καλλιτεχνική ζωή, πρόλαβε να τιμήσει τον δάσκαλό της, τον Αττίκ, στην περίφημη συναυλία-διάλεξή του "Ιστορίες τραγουδιών", στις 23 Ιανουαρίου 1944. Ήταν μάλλον η τελευταία φορά που έβλεπε αυτόν τον υπέροχο καλλιτέχνη.


Αμέσως μετά η Δανάη βγήκε "στην παρανομία". Εκεί έμαθε για τον θάνατό του τον Αύγουστο του 1944. Αντίβαρο στον μεγάλο της πόνο η γνωριμία της με τον Γιώργο Χαλκιαδάκη, τον οποίο παντρεύτηκε λίγο μετά την Απελευθέρωση. Τον κράτησε στη ζωή δέκα χρόνια--υπέφερε από την καρδιά του και οι γιατροί του έδιναν μόνο δύο χρόνια ζωής...--, φρόντισαν ο ένας το έργο του άλλου και απέκτησαν τη Λήδα Χαλκιαδάκη που κληρονόμησε τα ταλέντα και την ευαισθησία και των δύο...
Η Δανάη Στρατηγοπούλου, ο Γιώργος Χαλκιαδάκης και η κόρη τους Λήδα.
Φωτογραφία από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη.
Την ευχαριστώ για την παραχώρηση.
Τη Δανάη Στρατηγοπούλου, τη μεγάλη Δανάη του ελαφρού τραγουδιού, τη "γιαγιά" Δανάη της Ραφήνας θυμάμαι και σήμερα μέσα από το "Τελευταίο μου ποίημα", ένα από τα τελευταία της ποιήματα, όπως το απήγγειλε η ίδια υπό το φως της αυγουστιάτικης πανσελήνου του 2000, σε μια μουσική-ποιητική βραδιά που διοργάνωσε η Λήδα στον Άη-Νικόλα της Ραφήνας. Οι στίχοι του αγκαλιάζουν όλους τους δικούς της ανθρώπους, τη Λήδα, τα εγγόνια της Γιώργο, Ευδοκία και Κώστα, την αδελφή της Μίρκα Στρατηγοπούλου (σπουδαία μουσικό και εθνομουσικολόγο) και βέβαια τον Γιώργο της...



Τη θυμάμαι πάντα μέσα από το "Θα ξανάρθεις", έτσι όπως το ερμήνευσε με τη συνοδεία του Μίμη Πλέσσα στο πιάνο, λίγο πριν αποσυρθεί από το τραγούδι, στον ωραιότερό της δίσκο, όπως πίστευε η ίδια.




Και τη θυμάμαι και πάντα μέσα από το "Τρεχαντήρι" του Αττίκ, έτσι όπως το τραγούδησε στο τέλος της δεκαετίας του '40, αλλά και έτσι όπως το έπαιξε στο πιάνο, συνοδεύοντας τη Λήδα στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού Το πορτρέτο της Πέμπτης



Γιαγιά Δανάη, μας λείπετε!...

Φωτογραφία της Δανάης στο σπίτι της στη Ραφήνα. Σπάνια επέτρεπε να τη φωτογραφίσουν χωρίς γυαλιά. Ευτυχώς ο δημοσιογράφος και φίλος της Άρης Βασιλειάδης επέμεινε...
Από το περιοδικό
Ταχυδρόμος (2002)

Εκτενές αφιέρωμα του Ρένα Φαν στη ζωή και στο έργο της Δανάης Στρατηγοπούλου θα βρείτε εδώ.